
Η γαλλική θύελλα μπορεί να σαρώσει την Ευρώπη
*Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας (ΕΚΠΑ), Ευρωπαϊκή έδρα Jean Monnet, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρόεδρος του Ε.Σ. του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών, π. υπουργός, π. αντιπρύτανης ΕΚΠΑ
Οι ευρωεκλογές της 9ης Ιουνίου 2024 θα είναι ένα ιστορικό ορόσημο για τη Γαλλία. Καθώς αποτελεί έναν από τους δύο πυλώνες του οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης μαζί με τη Γερμανία, αυτές οι ευρωεκλογές μπορεί να είναι μια ιστορική καμπή για ολόκληρη την Ευρώπη.
Επιπλέον, η Γαλλία δεν είναι μόνο η δεύτερη οικονομική δύναμη στην Ε.Ε., με 17% του συνολικού ευρωπαϊκού ΑΕΠ μετά τη Γερμανία, είναι ιστορικά η μήτρα κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών από τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι και σήμερα, τουλάχιστον για τη Γηραιά Ηπειρο, με πιο πρόσφατο γεγονός τον Μάη του 1968. Συνεπώς, οι εξελίξεις στη Γαλλία αυτή την περίοδο, σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, επηρεάζουν άμεσα τις εξελίξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι ευρωπαϊκές εκλογές επιβεβαίωσαν την πρώτη θέση της Εθνικής Συσπείρωσης (Rassemblement National) της Μαρίν Λεπέν με 31%, που εδώ και αρκετά χρόνια κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της Γαλλίας, χωρίς ακόμη να έχει κατορθώσει να κατακτήσει την εξουσία. Αντίθετα, στις εκλογές αυτές το κόμμα του Προέδρου Μακρόν, η Αναγέννηση (Renaissance), συγκέντρωσε μόνο το 14,6%.
Ο Μακρόν, με μια κίνηση υψηλού ρίσκου, διέλυσε την Εθνοσυνέλευση (Βουλή) και προκήρυξε εκλογές για σήμερα 30 Ιουνίου και δεύτερο γύρο στις 7 Ιουλίου. Ολα σχεδόν τα κόμματα της Αριστεράς συμφώνησαν πολύ γρήγορα στη δημιουργία ενός Νέου Λαϊκού Μετώπου για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς απειλής από την Εθνική Συσπείρωση. Οι δημοσκοπήσεις εκτιμούν ότι στις σημερινές εκλογές τα ποσοστά μπορεί να είναι 36% για την Εθνική Συσπείρωση, 27% για το Νέο Λαϊκό Μέτωπο και 20% για την Αναγέννηση του Μακρόν.
Από το κόμμα του Γάλλου Προέδρου υποστηρίζουν ότι, προκειμένου να ικανοποιήσουν το εκλογικό ακροατήριό τους, τα οικονομικά προγράμματα τόσο του κόμματος της Λεπέν, με τη δραστική μείωση των φόρων, όσο και της Αριστεράς, με τη μεγάλη αύξηση των δαπανών, θα επιβαρύνουν τον γαλλικό κρατικό Προϋπολογισμό με δυσβάστακτα ποσά.
Καθώς το εξωτερικό χρέος της Γαλλίας βρίσκεται ήδη στο 110,6% του ΑΕΠ το 2023, με πρόβλεψη επιδείνωσης το 2024 στο 113,8% (έναντι του ευρωπαϊκού ορίου 60%), και το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 5,5% του ΑΕΠ, χωρίς πρόβλεψη για ουσιαστική μείωση (έναντι του ευρωπαϊκού ορίου 3%), οι διεθνείς αγορές, αλλά και πολλοί μεγάλοι γαλλικοί επιχειρηματικοί όμιλοι, έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για το ενδεχόμενο να κατακτήσουν την εξουσία είτε το ακροδεξιό κόμμα της Εθνικής Συσπείρωσης είτε το αριστερό Νέο Λαϊκό Μέτωπο. Ηδη το γαλλικό χρηματιστήριο έχασε αρκετά δισεκατομμύρια από την πτώση των μετοχών, τα γαλλικά κρατικά ομόλογα αύξησαν τις αποδόσεις τους (τα επιτόκια τους πλησίασαν αυτά της Ελλάδας και της Ιταλίας), ενώ και ο διεθνής οίκος αξιολόγησης S&P, ήδη πριν από τις εκλογές, υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της γαλλικής οικονομίας.
Το ερώτημα είναι γιατί στη Γαλλία το εκλογικό σώμα στρέφεται τόσο μαζικά προς την ακροδεξιά, η οποία, παρά τη συγκεκαλυμμένη ρητορική της, παραμένει αντιευρωπαϊκή, εθνικιστική και αντιμεταναστευτική. Από την εποχή του Σιράκ, στις προεδρικές εκλογές του 2002, το ακροδεξιό κόμμα του πατέρα της Λεπέν είχε συγκεντρώσει το 17% και έκτοτε συνεχίζει να αυξάνει τα ποσοστά του μέχρι και σήμερα.
Προφανώς υπάρχουν αιτίες: οι κοινωνικές ανισότητες έχουν αυξηθεί, ο φόβος της παγκοσμιοποίησης είναι υπαρκτός κυρίως στα μη εκπαιδευμένα κοινωνικά στρώματα, η αποβιομηχάνιση συνεχίζεται, οι δυσκολίες ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων μεταναστών εντείνονται, ιδίως των νέων στα προάστια των πόλεων, ενώ το κόστος ζωής είναι δυσβάσταχτο για μεγάλο μέρος των πολιτών μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Είναι όμως οι οικονομικές και κοινωνικές αιτίες αρκετές για να εξηγήσουν τη συνεχιζόμενη στροφή προς την ακροδεξιά ενός όλο και μεγαλύτερου μέρους των Γάλλων πολιτών; Ισως στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και πολιτικές αιτίες, που είναι λιγότερο εμφανείς. Το φαινόμενο Μακρόν, με τη δημιουργία ενός νέου κόμματος στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, διέλυσε σε μεγάλο βαθμό τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα. Το κεντροδεξιό κόμμα, που επιβίωσε με διάφορες παραλλαγές, συγκέντρωσε μόνο 7% στις πρόσφατες ευρωεκλογές, ενώ το Σοσιαλιστικό Κόμμα πήρε 14%. Είναι μάλλον προφανές ότι το κεντροδεξιό κόμμα ενσωμάτωνε ένα μεγάλο μέρος της ακροδεξιάς, το οποίο σήμερα βρίσκεται στις τάξεις του κόμματος της Λεπέν.
Βέβαια, η άνοδος της ακροδεξιάς είναι ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, στην Ιταλία, ακόμη και σε χώρες με σοσιαλδημοκρατική παράδοση, όπως η Σουηδία. Φαίνεται ότι μέσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας οι πολίτες στρέφονται προς τα κόμματα που καταγγέλλουν το παλαιό πολιτικό σύστημα ως διεφθαρμένο και ανίκανο να προσφέρει ικανοποιητικές διεξόδους στους πολίτες, ιδίως στο ζήτημα των μεταναστών, προτείνοντας τις δικές τους απλοϊκές και ανεφάρμοστες για δημοκρατικές χώρες λύσεις. Η ρητορική των ακροδεξιών κομμάτων αποτελεί μια φενάκη που υπονομεύει τη δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ενθαρρύνει τον εθνικισμό και την αντιευρωπαϊκή προοπτική. Ας ελπίσουμε ότι ούτε η Γαλλία ούτε οι άλλες χώρες της Ευρώπης θα ακολουθήσουν τελικά έναν τέτοιο επικίνδυνο δρόμο. Σε αντίθετη περίπτωση, μαζί με την πιθανότητα να εκλεγεί ο Τραμπ στις ΗΠΑ, ο δυτικός κόσμος θα βαδίσει σε ολισθηρά για τη δημοκρατία, την ειρήνη και την οικονομική ανάπτυξη εδάφη.
ΠΗΓΗ https://www.real.gr/
*Απαγορεύεται ρητά η οποιαδήποτε χρήση, αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη άδεια των «Συντελεστών» του portoni.gr.









