Η αχίλλειος πτέρνα της “Ασπίδας του Αχιλλέα”
Η ΑΧΙΛΛΕΙΟΣ ΠΤΕΡΝΑ
ΤΗΣ «ΑΣΠΙΔΑΣ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ»
Η «Ασπίδα» που δεν είναι αδιαπέραστη
Δρ. Γαβριήλ Μανωλάτος
Καθηγητής Διεθνούς Οικονομίας και Ανάπτυξης
Η ισραηλινή αντιπυραυλική άμυνα θεωρείται δικαιολογημένα μία από τις καλύτερες. Τα ποσοστά αναχαίτισης είναι εντυπωσιακά. Όμως υπάρχει ένα ερώτημα που δεν πρέπει να αποφεύγουμε:
Τι αξία έχει ένα ποσοστό αναχαίτισης 90% ή 95%, εάν το υπόλοιπο 5% ή 10% προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλη καταστροφή;
Δεν πρόκειται για διαγωνισμό για να δούμε ποιος κατέρριψε τα περισσότερα βλήματα.
Στον πόλεμο μετράει το αποτέλεσμα.

Το παράδειγμα του πολέμου Ισραήλ–Ιράν, τον Ιούνιο του 2025, είναι χαρακτηριστικό. Παρά την πολύ υψηλή αποτελεσματικότητα της ισραηλινής και συμμαχικής αεράμυνας, βαλλιστικοί πύραυλοι που διέφυγαν από την άμυνα έπληξαν κατοικημένες περιοχές και υποδομές, προκαλώντας ανθρώπινες απώλειες και σημαντικές ζημιές.
Άρα το «90%» είναι σημαντικό στοιχείο, αλλά δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Γιατί μπορεί να συμβεί κάτι ακόμη πιο δυσάρεστο: τα βλήματα που τελικά περνούν να είναι ακριβώς εκείνα που κατορθώνουν να πλήξουν σημαντικούς στόχους. Το ίδιο πρόβλημα αποκτά άλλη διάσταση με τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Όταν ο επιτιθέμενος διαθέτει μεγάλο αριθμό φθηνότερων μέσων και ο αμυνόμενος χρειάζεται πολύ ακριβότερα αναχαιτιστικά, δημιουργείται μια ιδιόμορφη οικονομική μάχη.
Πόσο μπορεί να αντέξει οικονομικά η άμυνα απέναντι σε έναν αντίπαλο που μπορεί να επιτίθεται φθηνά, μαζικά και για πολύ χρονικό διάστημα;
Και εδώ δημιουργείται το πρόβλημα του κορεσμού: όσο περισσότερα βλήματα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη φθάνουν ταυτόχρονα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αναχαιτιστούν όλα.
Όταν ο αντίπαλος είναι η Τουρκία
Το ζήτημα γίνεται ακόμη σοβαρότερο όταν η ισραηλινή εμπειρία μεταφέρεται στο δικό μας γεωπολιτικό περιβάλλον. Η ισραηλινή αεράμυνα έχει δοκιμαστεί απέναντι σε εξαιρετικά σοβαρές απειλές. Όμως η Τουρκία αποτελεί διαφορετική κατηγορία στρατιωτικού αντιπάλου. Διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαντική πολεμική βιομηχανία και ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο οπλοστάσιο σύγχρονων οπλικών συστημάτων.
Δεν είναι, επομένως, ένας αντίπαλος που διαθέτει απλώς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Διαθέτει τη δυνατότητα να σχεδιάζει και να παράγει η ίδια σημαντικό μέρος των στρατιωτικών μέσων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση. Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό παραγωγό και εξαγωγέα τέτοιων συστημάτων. Το πλεονέκτημά τους δεν βρίσκεται μόνο στις επιχειρησιακές τους δυνατότητες αλλά και στη δυνατότητα μαζικής παραγωγής και χρησιμοποίησής τους.
Η μαζική και χαμηλού κόστους χρήση τους μπορεί να δημιουργήσει σχετικά εύκολα πρόβλημα κορεσμού.
Και εδώ η συζήτηση για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Η Ελλάδα δεν είναι Ισραήλ.
Το Ισραήλ διαθέτει μια σχετικά συμπαγή γεωγραφική επικράτεια. Η Ελλάδα είναι μια χώρα εκτεταμένη στον χώρο, με εκατοντάδες κατοικημένα και ακατοίκητα νησιά, μεγάλες θαλάσσιες αποστάσεις και κρίσιμες υποδομές διασκορπισμένες σε ολόκληρο το Αιγαίο.
Επομένως, η ελληνική αεράμυνα δεν έχει να προστατεύσει μόνο λίγες μεγάλες και συγκεντρωμένες περιοχές. Πρέπει να μπορεί να προστατεύει έναν κατακερματισμένο γεωγραφικό χώρο, όπου η απόσταση και η διασπορά δημιουργούν από μόνες τους πρόσθετες επιχειρησιακές απαιτήσεις.
Αυτό κάνει την ελληνική περίπτωση ακόμη πιο απαιτητική.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν χρειάζεται απλώς να αντιγράψει την ισραηλινή αεράμυνα. Χρειάζεται ένα πολυεπίπεδο, δικτυωμένο και οικονομικά βιώσιμο σύστημα, προσαρμοσμένο στις δικές της γεωγραφικές και στρατηγικές ιδιαιτερότητες.
Και η ανάγκη αυτή δεν είναι πλέον θεωρητική.
Στις 31 Αυγούστου 2026 Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν συμφωνία περίπου 3 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη στην Ελλάδα της λεγόμενης «Ασπίδας του Αχιλλέα», ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας, στο οποίο περιλαμβάνονται τα ισραηλινά συστήματα αναχαίτησης, καθώς και ραντάρ και νέο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα, προβλέπεται και ξεχωριστό σύστημα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Η επιλογή αυτή δείχνει ότι η Ελλάδα αντιλαμβάνεται πλέον την αεράμυνα όχι ως ένα μεμονωμένο οπλικό σύστημα, αλλά ως ολόκληρο δίκτυο προστασίας.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο.
Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς να διαθέτει καλά όπλα. Χρειάζεται να μπορεί να τα συνδέσει μεταξύ τους, να βλέπει έγκαιρα την απειλή, να αποφασίζει γρήγορα και να επιλέγει κάθε φορά το καταλληλότερο και οικονομικά συμφερότερο μέσο αναχαίτισης.
Η πραγματική δοκιμασία
Η πραγματική αποτελεσματικότητα μιας αεράμυνας δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα των πυραύλων αναχαίτισης.
Εξαρτάται από τα ραντάρ, τα συστήματα διοίκησης και ελέγχου, τα διαθέσιμα αναχαιτιστικά, την έγκαιρη προειδοποίηση, τα επανδρωμένα αεροσκάφη, τα ηλεκτρονικά μέσα και, κυρίως, από την ικανότητα να λειτουργούν όλα αυτά ως ένα ενιαίο σύστημα.
Και υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας: το κόστος.
Γιατί αν ο αντίπαλος μπορεί να παράγει εκατοντάδες ή χιλιάδες σχετικά φθηνά επιθετικά μέσα και ο αμυνόμενος υποχρεώνεται να απαντά με πολύ ακριβότερα αναχαιτιστικά, τότε ο πόλεμος μετατρέπεται και σε οικονομικό πόλεμο αντοχής.
Η άμυνα πρέπει, επομένως, να είναι όχι μόνο τεχνολογικά αποτελεσματική αλλά και οικονομικά βιώσιμη.
Αυτό σημαίνει ότι άλλο αποτελεσματική άμυνα και άλλο αδιαπέραστη άμυνα.
Η αντιπυραυλική άμυνα δεν είναι τείχος.
Είναι φίλτρο.
Και η πραγματική της αξία δεν κρίνεται μόνο από το πόσα βλήματα κατέρριψε, αλλά από το πόση στρατηγική καταστροφή απέτρεψε, πόση υπέστη τελικά και με ποιο κόστος.
Γι’ αυτό, όταν ακούμε «αναχαιτίστηκε το 90%», η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο:
«Πόσα σταμάτησαν;» Αλλά κυρίως: «Τι έκανε το 10% που πέρασε;»
Και για την Ελλάδα πρέπει να προσθέσουμε μια ακόμη ερώτηση:
«Μπορεί η ελληνική “Ασπίδα του Αχιλλέα” να αντέξει έναν αντίπαλο που έχει τη δυνατότητα να επιτίθεται μαζικά, φθηνά, τεχνολογικά προηγμένα και για μεγάλο χρονικό διάστημα;»
Εκεί βρίσκεται η πραγματική μέτρηση της αποτελεσματικότητας μιας αεράμυνας.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και η πραγματική Αχίλλειος πτέρνα της «Ασπίδας του Αχιλλέα».
