Πολιτισμός

Παρουσίαση του βιβλίου: Ντίνος Χριστιανόπουλος “Γράμματα σε έναν Σμηνίτη”, Επιστολές Ντίνου Χριστιανόπουλου προς τον Κώστα Ευαγγελάτο

10views

Παρουσίαση του βιβλίου: Ντίνος Χριστιανόπουλος “Γράμματα σε έναν Σμηνίτη”, Επιστολές Ντίνου Χριστιανόπουλου προς τον Κώστα Ευαγγελάτο. Εκδόσεις ΟΜΗΡΟΣ 2026.

Γράφει η Δρ. Φιλοσοφίας Σοφία Μωραίτη.

«Μπροστάρηδες είναι οι Ποιητές κι αλίμονό τους αν δεν είναι». Με αυτόν τον στίχο του Άγγελου Σικελιανού θα ξεκινήσω την παρουσίαση του βιβλίου Ντίνος Χριστιανόπουλος, Γράμματα σε έναν Σμηνίτη. Επιστολές του Ντίνου Χριστιανόπουλου προς τον Κώστα Ευαγγελάτο.

Το βιβλίο «Γράμματα σε έναν Σμηνίτη» αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εκδοτική παρουσία, όχι μόνο επειδή φέρνει στο φως άγνωστες επιστολές του Ντίνου Χριστιανόπουλου προς τον Κώστα Ευαγγελάτο, αλλά κυρίως επειδή αποκαλύπτει μια πιο προσωπική και ανθρώπινη διάσταση του σημαντικού Θεσσαλονικιού ποιητή. Μέσα από την αλληλογραφία αυτή, ο αναγνώστης δεν συναντά απλώς τον δημόσιο λογοτέχνη με την αυστηρή, συχνά αιχμηρή του στάση, αλλά έναν άνθρωπο που επιθυμεί την επικοινωνία, την συντροφικότητα και την διατήρηση ενός ουσιαστικού δεσμού με έναν νεότερο δημιουργό.

Ο τίτλος διαθέτει επίσης μια διακριτική ποιητικότητα. Η λέξη «σμηνίτης» παραπέμπει στην νεότητα, στην μεταβατική περίοδο της στρατιωτικής θητείας, στην απόσταση και στην αναμονή· στοιχεία που ταιριάζουν απόλυτα με την μελαγχολική και εσωτερική ατμόσφαιρα που χαρακτήριζε συχνά το έργο του Χριστιανόπουλου. Έτσι, το βιβλίο αποκτά μια διάσταση που υπερβαίνει την απλή δημοσίευση επιστολών και μετατρέπεται σε μια μικρή αφήγηση σχέσης, μνήμης και πνευματικής συντροφικότητας.

Η αλληλογραφία δύο ανθρώπων του πνεύματος, ξεκινά το 1982, διακόπτεται το 1984 και ολοκληρώνεται το 2010 με την αρνητική απάντηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου σε πρόσκληση του Κώστα Ευαγγελάτου να επισκεφθεί στηνΘεσσαλονίκη την έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής «Συνθέσεις και Φόρμες», επικαλούμενος αδυναμία μετακίνησης.

Μίλησα για αλληλογραφία· στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται κυρίως για απαντητικές επιστολές του Χριστιανόπουλου σε αντίστοιχες επιστολές του Ευαγγελάτου, οι οποίες, δυστυχώς, δεν διασώζονται, όπως με διαβεβαίωσε ο ίδιος ο Κώστας Ευαγγελάτος. Το γεγονός αυτό προσδίδει στο βιβλίο μια ιδιότυπη μορφή μονολόγου, μέσα από τον οποίο ο αναγνώστης καλείται να ανασυνθέσει, έμμεσα και αποσπασματικά, τον διάλογο και την σχέση των δύο ανδρών.

Η αξία του βιβλίου είναι πρωτίστως αρχειακή και ιστορική. Οι επιστολές λειτουργούν ως ντοκουμέντα μιας εποχής όπου η επικοινωνία μέσω γραμμάτων είχε ιδιαίτερο βάρος και συχνά μετατρεπόταν σε μορφή πνευματικής ανταλλαγής. Μέσα στις σελίδες του βιβλίου διαγράφεται όχι μόνο μια προσωπική σχέση, αλλά και ένα ολόκληρο πολιτιστικό κλίμα: η σχέση παλαιότερων και νεότερων δημιουργών, η ανάγκη για καλλιτεχνική αναγνώριση, η μοναξιά της επαρχίας ή της στρατιωτικής θητείας, καθώς και η σημασία της φιλίας στον χώρο των γραμμάτων.

Το βιβλίο έχειεπίσης, ιδιαίτερη σημασία επειδή αποκαλύπτει τον «ιδιωτικό» Χριστιανόπουλο: όχι μόνο τον ποιητή, αλλά τον άνθρωπο πίσω από το δημόσιο πρόσωπο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ίδιος ο λόγος του Χριστιανόπουλου. Ακόμη και στις πιο απλές επιστολικές διατυπώσεις, διακρίνεται η γνωστή λιτότητα και ακρίβεια της γραφής του. Η γλώσσα του παραμένει άμεση, συχνά εξομολογητική, με μια εσωτερική συγκίνηση που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό. Αυτό ακριβώς κάνει το βιβλίο γοητευτικό: η λογοτεχνικότητα δεν βρίσκεται σε μεγάλες ρητορείες, αλλά στον προσωπικό τόνο, στις σιωπές και στις μικρές καθημερινές παρατηρήσεις που αποκαλύπτουν έναν βαθιά ευαίσθητο άνθρωπο.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος απαντά, νουθετώντας και καθοδηγώντας έναν νέο, τότε, ποιητή και ζωγράφο, τον Κώστα Ευαγγελάτο στον τρόπο θεώρησης της ποίησης και της τέχνης, αλλά και στον τρόπο αντιμετώπισης της στρατιωτικής του θητείας.

Είναι γνωστό ότι ο Χριστιανόπουλος υπήρξε μία από τις πιο ιδιαίτερες και αυθεντικές φωνές της νεοελληνικής ποίησης και ότι το έργο του χαρακτηρίζεται από βαθιά βιωματική ένταση. Ο Θεσσαλονικιός ποιητής αντιμετώπιζε την ποίηση ως πράξη αλήθειας και εσωτερικής ανάγκης. Δεν επεδίωξε την δημοσιότητα ούτε την λογοτεχνική προβολή· αντίθετα, παρέμενε πιστός στην αυθεντικότητα της έκφρασής του. Ήταν, επίσης, γνωστός για την αυστηρότητα της κριτικής του.

Έτσι, στην πρώτη απαντητική επιστολή του, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1982, ο Χριστιανόπουλος εκφράζει την ικανοποίησή του για τον τρόπο με τον οποίο ο Κώστας Ευαγγελάτος δέχθηκε την αυστηρή κριτική του — πιθανότατα σχετικά με ποιήματα που του είχε αποστείλει — και διατυπώνει την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις του δεν θα λησμονηθούν στο μέλλον. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Ο τρόπος που δεχθήκατε την αυστηρή κριτική μου δείχνει άνθρωπο με ευγένεια χαρακτήρα και τρόπων και μου έκανε καλή εντύπωση. Ελπίζω τα λόγια μου να τα ξαναθυμηθείτε ύστερα από πολύ καιρό και ίσως τότε μερικά από αυτά να σας βοηθήσουν θετικά στις επιδιώξεις σας».

Στην συνέχεια, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος απευθύνεται στον νεαρό σμηνίτη με έναν λόγο έντονα παραινετικό, σχεδόν δασκαλικό. Του υποδεικνύει τι πρέπει να αποφεύγει, πώς πρέπει να γράφει και, ουσιαστικά, διατυπώνει την δική του αντίληψη για την ποίηση και την τέχνη.

Γράφει χαρακτηριστικά: «Όσο για σας, εύχομαι οι μήνες να κατρακυλούν, οι μέρες να λιγοστεύουν και γρήγορα να γλιτώσετε από τον εξουσιασμό των άλλων… όταν ξανατυπώσετε, δεν θα… ξαναβάλετε τη φάτσα σας στα εξώφυλλα, ούτε θα τυπώσετε εντυπωσιακά κακούς στίχους… Ίσως ο στρατός να σας διδάξει πως η ποίηση βγαίνει από τη συντριβή και δε χρειάζεται ούτε εικονογραφήσεις ούτε βεντετισμούς ούτε χυδαιολογίες».

Μέσα από αυτά τα λόγια διαφαίνεται καθαρά η αισθητική και ηθική στάση του Χριστιανόπουλου απέναντι στην ποίηση. Η αληθινή ποίηση, κατά την δική του αντίληψη, δεν γεννιέται από την επιτήδευση, την προβολή ή τον ναρκισσισμό, αλλά από το βίωμα, την οδύνη και την εσωτερική συντριβή. Η τέχνη οφείλει να παραμένει αυθεντική, απαλλαγμένη από κάθε μορφή εντυπωσιασμού και προσωπικής ματαιοδοξίας.Αυτή άλλωστε, ήταν η συνολική του πορεία στην Νεοελληνική λογοτεχνία.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η παρατήρησή του για το «Αυτοβιογραφικό» κείμενο του Ευαγγελάτου: «Το “Αυτοβιογραφικό” γράφει … διαβάζεται ευχάριστα, γιατί έχει λόγο που κυλάει, αλλά είναι κατάμεστο ναρκισσισμού. Να μην ξεχνάτε ότι είναι αστείο να καυχιόμαστε για ό,τι υπόκειται σε φθορά…».

Ο λόγος του Χριστιανόπουλου, αν και φιλικός και συμβουλευτικός, δεν παύει να είναι αυστηρός, αιχμηρός και συχνά εριστικός. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την σκληρότητα διακρίνεται η αγωνία ενός ανθρώπου που αντιμετώπιζε την ποίηση με απόλυτη σοβαρότητα και απαιτούσε από τον νέο δημιουργό πειθαρχία, ειλικρίνεια και αυτογνωσία. Η αυστηρότητά του δεν αποσκοπεί στην απόρριψη, αλλά στην διαμόρφωση μιας ουσιαστικότερης σχέσης με την τέχνη και τον ίδιο τον εαυτό.

Οι επιστολές δεν αποτελούν απλώς προσωπική επικοινωνία, αλλά μια ιδιότυπη σχέση μαθητείας. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος εμφανίζεται ως αυστηρός πνευματικός καθοδηγητής, που επιχειρεί να διαμορφώσει όχι μόνο την ποιητική γραφή, αλλά και την στάση ζωής του νεότερου Κώστα Ευαγγελάτου.Έχουν μια ιδιότυπη μίξη:τρυφερότητας και αυστηρότητας,ενδιαφέροντος και ειρωνείας,καθοδήγησης και εριστικότητας.Αυτό τις κάνει ζωντανές και αποκαλυπτικές για τον χαρακτήρα του ποιητή.Γράφει : «…Όσο για την πρωτότυπη έκθεση με ρολά τηλετύπων, χαίρομαι πραγματικά, αρκεί να μην ξεχνάτε πως η πρωτοτυπία μερικές φορές από μόνη της δεν καταξιώνει την τέχνη. Ειδικά εσείς πρέπει να είστε αυτοσυγκρατημένος γιατί με τις ιδιότητες που έχετε (στη ζωή νάρκισσος, στην τέχνη βιαστικός) φοβούμαι πως θα φάτε τα μούτρα σας. Και φυσικά θα χαρώ πολύ να με διαψεύσετε. Άλλωστε, μην ξεχνάτε πως, παρά την αυστηρή μου κριτική, έχω αληθινά αισθήματα αγάπης για όλους τους καλούς φίλους.»

Οι αναφορές του στον στρατό είναι σύντομες αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικές. Γράφει: «Βέβαια η επαρχία + η στρατιωτική θητεία = μεγάλη δοκιμασία» ή αλλού: «Ο στρατός, νομίζω, είναι μια οδυνηρή ευκαιρία να σαπίσουν μέσα μας όλα αυτά που μας οδηγούν σε μια φιλολογίτιδα. Εγωκεντρισμός στο στρατό σημαίνει εξοικείωση με τη ζωική τραχύτητά του, όχι φιλολογική αντίδραση».

Η στρατιωτική θητεία παρουσιάζεται έτσι ως μια εμπειρία σκληρής ωρίμανσης, μέσα από την οποία ο νέος άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την εξουσία, την πειθαρχία και τα προσωπικά του όρια. Ο Χριστιανόπουλος φαίνεται να πιστεύει ότι ακόμη και αυτή η επώδυνη δοκιμασία μπορεί να λειτουργήσει παιδευτικά και δημιουργικά, οδηγώντας τον άνθρωπο σε βαθύτερη αυτογνωσία και απαλλάσσοντάς τον από τον ναρκισσισμό και την λογοτεχνική επιτήδευση.

Σεάλλη επιστολή του με ημερομηνία, Θεσσαλονίκη, 12.9.83 γράφει για την Νέα Υόρκη. Πιθανολογώ ότι σε αντίστοιχη επιστολή του Ευαγγελάτου – την αναφέρει ο Χριστιανόπουλος, με ημερομηνία 22.8–ο Θεσσαλονικιός ποιητήςείχε ενημερωθεί για την υποτροφία τουΚώστα Ευαγγελάτου. Απαντά, λοιπόν, ο Χριστιανόπουλος : «…Όσο για τη Ν.Υ., μην τη φοβάστε. Αφού καταφέρατε να κατακτήσετε την Αθήνα με τέχνη, ομορφιά κ.τ.λ. (όπως γράφετε και στο πεζό σας ποίημα) θα τα καταφέρετε κι εκεί. Οι πόλεις είναι για να καταχτιούνται, και παντού υπάρχουν άνθρωποι που – για διαφόρους λόγους – θα σας προσέξουν και θα σας βοηθήσουν. Αλίμονο στη μάνα σας που θα εγκαταλείψετε…»

Κρατώ από τις δύο σύντομες απαντήσεις του Απριλίου και Μαΐου 1984 δύο φράσεις στις οποίες ξεχυλίζει το συναίσθημα : Η πρώτη «Σας εύχομαι να μη χάσετε την ψυχή σας» και η δεύτερη «Σκέφτομαι πως αν ο ξενιτεμός γίνεται πάντοτε από σκοπιμότητα, η ψυχή που δεν ξέρει από σκοπιμότητες, αντιδρά πάντα με τον ίδιο τρόπο : τη νοσταλγία.»

Μέσα από αυτές τις λιτές αλλά βαθιά ανθρώπινες διατυπώσεις, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος αποκαλύπτει μια πιο ευάλωτη και εσωτερική πλευρά του χαρακτήρα του. Πίσω από την αυστηρότητα και την αιχμηρή κριτική του διακρίνεται η αγωνία για την διατήρηση της εσωτερικής ακεραιότητας του ανθρώπου, αλλά και η βαθιά επίγνωση του πόνου της απομάκρυνσης και της ξενιτιάς.

Ιδιαίτερα η δεύτερη φράση συμπυκνώνει με ποιητικό τρόπο μια υπαρξιακή αλήθεια: όσο κι αν η λογική δικαιολογεί την απομάκρυνση ή τον ξενιτεμό, η ψυχή παραμένει δεμένη με την μνήμη, τον τόπο και τα βιώματα, αντιδρώντας μέσα από την νοσταλγία. Πρόκειται για μια σκέψη που φέρει έντονα το προσωπικό και ποιητικό στίγμα του Χριστιανόπουλου, όπου η ανθρώπινη ευαισθησία υπερισχύει κάθε πρακτικής σκοπιμότητας.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1984 χρονολογείται η προτελευταία επιστολή του Θεσσαλονικιού ποιητή προς τον Ευαγγελάτο. Ο ποιητής έχει ήδη πληροφορηθεί τόσο την επιστροφή του νεότερου φίλου του από την Αμερική όσο και την επαγγελματική του εξέλιξη στην Αθήνα. Στην επιστολή αυτή γράφει χαρακτηριστικά: «…χάρηκα που γυρίσατε στην Ελλάδα και που με θυμάστε. Τώρα που ανοίξατε ατελιέ και που σπουδάσατε Ιστορία της Τέχνης, ελπίζω νααφιερωθείτε στη ζωγραφική με περισσότερη συνέπεια και χωρίς φιλολογία…».Ο τόνος παραμένει φιλικός και εγκάρδιος, ωστόσο εμπεριέχει και έναν συμβουλευτικό χαρακτήρα, στοιχείο που υποδηλώνει την σχέση πνευματικής οικειότητας και αμοιβαίας εκτίμησης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους.

Συμπερασματικά, το βιβλίο Γράμματα σε έναν Σμηνίτη δεν αποτελεί απλώς μια συλλογή επιστολών, αλλά ένα πολύτιμο πνευματικό και φιλολογικό τεκμήριο, μέσα από το οποίο αποκαλύπτεται η προσωπικότητα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, η αντίληψή του για την ποίηση και η αυστηρή ηθική της δημιουργίας που υπηρέτησε σε όλη του την ζωή. Μέσα από τον αιχμηρό αλλά ουσιαστικό λόγο του, ο Χριστιανόπουλος επιχειρεί να καθοδηγήσει τον νεότερο Κώστα Ευαγγελάτο όχι μόνο ως προς την τέχνη, αλλά και ως προς μια βαθύτερη στάση ζωής, βασισμένη στην αυτογνωσία, την πειθαρχία και την εσωτερική αλήθεια. Σκιαγραφεί, κατά κάποιον τρόπο, το πορτραίτο του Κώστα Ευαγγελάτου μέσα από τις παρατηρήσεις του.Το βιβλίο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή αποκαλύπτει τον «ιδιωτικό» Χριστιανόπουλο: όχι μόνο τον ποιητή, αλλά τον άνθρωπο πίσω από το δημόσιο πρόσωπο.

Παρουσιάζει την ποίηση ως βίωμα, και την εμπειρία της στρατιωτικής θητείας, με χαρακτήρα παιδευτικό και υπαρξιακό. Όλα είναι δοκιμασίες που οδηγούν τον άνθρωπο σε μεγαλύτερη ωριμότητα και ουσιαστικότερη σχέση με την τέχνη και τον εαυτό του.Το βιβλίο λειτουργείκατ’ αυτόν τον τρόπο, ως πολύτιμο φιλολογικό και βιογραφικό τεκμήριο και αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για όσα αποκαλύπτει σχετικά με την σχέση δύο ανθρώπων του πνεύματος, αλλά και γιατί διασώζει έναν τρόπο σκέψης γύρω από την ποίηση και την δημιουργία που σήμερα μοιάζει όλο και πιο σπάνιος: την αντίληψη της τέχνης ως πράξης ευθύνης, αλήθειας, εσωτερικής δοκιμασίας και τέλος δημιουργίας.

Συνολικά, το «Γράμματα σε έναν Σμηνίτη» μπορεί να διαβαστεί τόσο ως βιβλίο-ντοκουμέντο όσο και ως μια συγκινητική μαρτυρία ανθρώπινης επικοινωνίας. Είναι ένα έργο που φωτίζει όχι μόνο τον ιδιωτικό κόσμο του Χριστιανόπουλου, αλλά και μιαν ολόκληρη εποχή λογοτεχνικών σχέσεων και προσωπικών ανταλλαγών που σήμερα μοιάζουν όλο και πιο μακρινές.

Σοφία Μωραΐτη – Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Ε.Κ.Π.Α., Γενική Γραμματέας της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας, Κοσμήτορας του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

 


*Απαγορεύεται ρητά η οποιαδήποτε χρήση, αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, αντιγραφή, αποθήκευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, εκτέλεση, φόρτωση (download), μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά του περιεχομένου, χωρίς την προηγούμενη άδεια των «Συντελεστών» του portoni.gr.